Η Philips εισέρχεται στο 2026 με τη μεγαλύτερη τεχνολογική αναβάθμιση που έχει παρουσιάσει ποτέ στη σειρά OLED+.
Με νέα META 4.0 πάνελ, τετραπλή RGB στοίβα, φωτεινότητα που αγγίζει τα 4500 nits, Perfect Black Anti‑Reflection επίστρωση, εξελιγμένο Bidirectional Tone Mapping V2 και ένα πλήρως ανασχεδιασμένο ηχοσύστημα Bowers & Wilkins για την OLED+911, η εταιρεία δεν περιορίζεται σε βελτιώσεις αλλά επαναπροσδιορίζει την έννοια της premium OLED τηλεόρασης.

Στην καρδιά της νέας γενιάς βρίσκεται η τεχνολογία META 4.0, η οποία εισάγει μια νέα τετραπλή στοίβα με ανεξάρτητα στρώματα Red, Deep Blue, Green και ξανά Deep Blue. Η αρχιτεκτονική αυτή επιτρέπει στο panel να αποδίδει υψηλότερη φωτεινότητα, μεγαλύτερο χρωματικό όγκο και εντυπωσιακή σταθερότητα στην απόδοση.
Ο ρυθμός ανανέωσης ανεβαίνει στα 165 Hz, η full‑white φωτεινότητα φτάνει τα 400 nits, ενώ το peak αγγίζει τα 4500 nits. Η κάλυψη χρωματικού χώρου φτάνει το 99,5% DCI‑P3 και το 84% BT.2020, ενώ η ανακλαστικότητα περιορίζεται στο μόλις 0,3%, επιτρέποντας στην τηλεόραση να διατηρεί τέλειο μαύρο ακόμη και σε πολύ φωτεινούς χώρους.
Η νέα επίστρωση Perfect Black Anti‑Reflection αποτελεί ίσως τη μεγαλύτερη πρόοδο στην επιφανειακή επεξεργασία που έχει παρουσιάσει η Philips. Χρησιμοποιεί τρεις στρώσεις με διαφορετικούς δείκτες διάθλασης, δημιουργώντας ισχυρό destructive interference (εξουδετέρωση) που ακυρώνει τις αντανακλάσεις.

Το αποτέλεσμα είναι μια οθόνη που παραμένει απόλυτα καθαρή, με σταθερή χρωματική ακρίβεια και βαθύ μαύρο, ανεξάρτητα από τις συνθήκες φωτισμού. Σε σύγκριση με τις προηγούμενες γενιές, η ανακλαστικότητα μειώνεται από το 1,2% του 2024 και το 0,6% του 2025 στο εντυπωσιακό 0,3% του 2026.

Στο HDR, η Philips παρουσιάζει το Bidirectional Tone Mapping V2, ένα σύστημα που αναλύει το HDR σήμα καρέ‑καρέ και το επεκτείνει ώστε να αξιοποιεί πλήρως τις δυνατότητες φωτεινότητας του πάνελ.
, ένα σύστημα που αναλύει το HDR σήμα καρέ‑καρέ και το επεκτείνει ώστε να αξιοποιεί πλήρως τις δυνατότητες φωτεινότητας του πάνελ.
Η λειτουργία “More Details” προβάλλει το αρχικό grading, ιδανικό για Filmmaker Mode και σκοτεινά δωμάτια. Η επιλογή “Balanced” ενισχύει το contrast και αναδεικνύει τις σκοτεινές λεπτομέρειες, αντιμετωπίζοντας το πιο συχνό παράπονο των χρηστών HDR.
Τέλος, η επιλογή “More Brightness” επεκτείνει το κοντράστ μέχρι το peak της οθόνης, προσφέροντας ιδανική εικόνα σε φωτεινούς χώρους και χρησιμοποιείται στο Crystal Clear Mode. Το HDR πλέον δεν είναι απλώς μια στατική επεξεργασία, αλλά ένα δυναμικό εργαλείο προσαρμογής στο περιεχόμενο και στο περιβάλλον θέασης.
Υπάρχει η λειτουργία AI Adaptive Tone Mapping V2, η οποία υπόσχεται πάντα το βέλτιστο contrast και τη μέγιστη φωτεινότητα χωρίς κίνδυνο clipping, χάρη στην προσαρμοστική ανάλυση του εισερχόμενου HDR σήματος από τον επεξεργαστή P5 AI.
Με το AI Adaptive Tone Mapping ο επεξεργαστής P5 AI αναλύει την εικόνα καρέ‑καρέ και δημιουργεί δυναμικά νέα metadata, επιτρέποντας στην τηλεόραση να αποδίδει πάντα το μέγιστο κοντράστ και τη μέγιστη φωτεινότητα χωρίς clipping.
Ουσιαστικά μετατρέπει ένα HDR10 σήμα σε HDR10+ stream, με δυναμική χαρτογράφηση τόνων. Αυτή η λειτουργία χρησιμοποιείται και στο Filmmaker Mode, εξασφαλίζοντας πιστότητα χωρίς απώλειες.
Ο P5 AI Engine δεν λειτουργεί μόνο με Dolby Vision περιεχόμενο, αλλά επεξεργάζεται και βελτιώνει σχεδόν κάθε είδος σήματος. Η λειτουργία Precision Black, που βασίζεται στο P5 AI HDR Precise και στο Advanced HDR Tone Mapping V2, εφαρμόζεται σε HDR10 και HDR10+.
Ο βασικός P5 AI 10th Gen Picture Engine επεξεργάζεται όλα τα είδη πηγών, συμπεριλαμβανομένου και του Dolby Vision, ενώ η βελτιστοποίηση περιεχομένου, όπως Sports ή Film, λειτουργεί επίσης σε όλες τις πηγές, ακόμη και στο Dolby Vision.
Οι ρυθμίσεις Intensity Control, που περιλαμβάνουν τα γνωστά picture styles όπως Crystal Clear, Natural και Filmmaker Mode, εφαρμόζονται σε κάθε είδος σήματος. Η λειτουργία Authentic Motion, η οποία βρίσκεται σε εξέλιξη, λειτουργεί σε όλες τις πηγές εκτός από το Dolby Vision 2, όπως και το Light Sense 2, η τέταρτη γενιά του Ambient Intelligence που προσαρμόζει την εικόνα στο φωτισμό του δωματίου.
Το Pro Reference Mode, δηλαδή το Filmmaker Mode με αναφορά σε επαγγελματικά standards, λειτουργεί επίσης σε όλες τις πηγές εκτός από το Dolby Vision 2.
Τέλος, το P5 AI Bidirectional Tone Mapping εφαρμόζεται σε HDR10 και HDR10+, δημιουργώντας δυναμικά metadata και βελτιώνοντας την απόδοση του HDR περιεχομένου.
Η OLED+911 ξεχωρίζει για το νέο ηχοσύστημα Bowers & Wilkins, το οποίο παραμένει μοναδικό στην αγορά. Η διάταξη 3.1 Dolby Atmos περιλαμβάνει τρια τουίτερ 19 mm με νέο, έξι μιντρέιντζ 45 mm και ένα decoupled subwoofer 75 mm στο πίσω μέρος, υποστηριζόμενο από τέσσερις force‑cancelling παθητικούς ακτινοβολητές.
Κάθε οδηγός είναι απομονωμένος με TPE ελαστικό υψηλής απόσβεσης, ενώ η συνολική ισχύς φτάνει τα 81 W με ανεξάρτητη επεξεργασία ανά κανάλι. Για όσους θέλουν ακόμη περισσότερη δύναμη, υπάρχει δυνατότητα σύνδεσης εξωτερικού subwoofer.
Στο gaming, η Philips συνεχίζει να δίνει έμφαση στη λεπτομέρεια. Τα νέα μοντέλα προσφέρουν panel 165 Hz, τέσσερις HDMI 2.1 θύρες, game bar με auto‑detection για HDR10+ games, προφίλ ανά παιχνίδι και το μοναδικό minimap zoom, το οποίο επιτρέπει στον χρήστη να μεγεθύνει, να μετακινήσει και να αλλάξει τη διαφάνεια του minimap, μια λειτουργία που δεν υπάρχει σε καμία άλλη τηλεόραση της αγοράς.
Το Ambilight παραμένει τετραπλής πλευράς και πλέον επεκτείνεται στον χώρο μέσω του AmbiScape, δημιουργώντας μια εμπειρία που ξεπερνά τα όρια της οθόνης και γεμίζει το δωμάτιο με χρώμα και ατμόσφαιρα.
Με τη σειρά OLED+ 2026, η Philips δεν κάνει απλώς ένα βήμα μπροστά. Παρουσιάζει μια ολοκληρωμένη πλατφόρμα εικόνας και ήχου που συνδυάζει τεχνολογική υπεροχή, αισθητική καθαρότητα και πραγματική καινοτομία. META 4.0, Perfect Black AR, Dolby Vision 2 Max, P5 AI 10th Gen, AmbiScape και Bowers & Wilkins συνθέτουν μια σειρά που δεν στοχεύει απλώς στην κορυφή, τη διεκδικεί με αυτοπεποίθηση.