hxosplus.gr
H τεχνολογία του πολιτισμού

Συνέντεξη Mark Levinson

ΣΥΝΟΜΙΛΟΥΜΕ ΜΕ ΕΝΑΝ ΠΡΩΤΟΠΟΡΟ ΤΟΥ ΗΧΟΥ, ΤΟΥ ΟΠΟΙΟΥ Η ΕΠΙΡΡΟΗ ΣΥΝΕΧΩΣ ΔΙΑΜΟΡΦΩΝΕΙ ΤΗΝ ΕΞΕΛΙΞΗ ΤΗΣ ΗΧΗΤΙΚΗΣ ΤΕΧΝΟΛΟΓΙΑΣ.

KEIMENO: ΦΩΤΗΣ ΦΩΤΙΑΔΗΣ

O Mark Levinson μετακόμισε από τις ΗΠΑ στην Ευρώπη και συγκεκριμένα στην Ελβετία και τη Βενετία. Δημιούργησε την εταιρεία Daniel Hertz, που ειδικεύεται στην κατασκευή boutique προϊόντων ήχου και την ανάπτυξη νέων τεχνολογιών ήχου, αντί να βασίζεται σε παλιές τεχνολογίες δεκαετιών.

Ο ίδιος έχει ρίζες από την Ευρώπη, τελευταία συνεργάστηκε με μια εταιρεία ημιαγωγών, κάτι που τον οδήγησε στην δημιουργία της Daniel Hertz, την νέα του εταιρεία ήχου. Η μεγαλύτερη πρόκληση που εντοπίζει στη βιομηχανία του ήχου είναι ότι η τεχνολογία παραμένει στάσιμη και βασίζεται σε εξαρτήματα που είναι κοινά σε όλη την αγορά.

Επιπλέον, θεωρεί ότι οι νεότερες γενιές δεν έχουν πρόσβαση στην εμπειρία του ποιοτικού ήχου, καθώς η αγορά έχει μετατοπιστεί περισσότερο στα ακουστικά και λιγότερο σε ηχεία υψηλής ποιότητας. Μιλήσαμε για την διαφορά μεταξύ αναλογικού και ψηφιακού ήχου.

Ο Mark Levinson υποστηρίζει ότι ολόκληρη η βιομηχανία δεν έχει κατανοήσει πλήρως την επίδραση της ψηφιακής επεξεργασίας στον τρόπο που ο ανθρώπινος εγκέφαλος αντιδρά στον ήχο. Αν και ο ψηφιακός ήχος εισήχθη από τη δεκαετία του 1970, ακόμα και σήμερα λίγοι μπορούν να εξηγήσουν τη διαφορά μεταξύ καθαρού αναλογικού και ψηφιακού ήχου.

Mark Levinson interview

Η Daniel Hertz έχει αναπτύξει έναν τρόπο να μετρήσει και να διορθώσει αυτή τη διαφορά, κατοχυρώνοντας δίπλωμα ευρεσιτεχνίας στις ΗΠΑ. Ουσιαστικά, η εταιρεία έχει δημιουργήσει ένα σύστημα ελέγχου που μπορεί να εντοπίσει την επεξεργασία PCM σε ηχητικές πηγές, όπως δίσκους βινυλίου και CD, και να καθορίσει αν ένας ήχος είναι πραγματικά αναλογικός ή έχει υποστεί ψηφιακή επεξεργασία.

Το πρόβλημα με τον ψηφιακό ήχο, σύμφωνα με τον Mark Levinson δεν είναι το ίδιο το ψηφιακό σήμα, αλλά ο τρόπος που ο ανθρώπινος εγκέφαλος αντιδρά σε αυτό. Επιστημονικές μελέτες δείχνουν ότι οι άνθρωποι νιώθουν άγχος όταν ακούν ήχο που δεν έχει συνεχή κυματομορφή, κάτι που ισχύει για το PCM.

Αντίθετα, ο εγκέφαλος προτιμά συνεχόμενα ηχητικά κύματα όπως αυτά που υπάρχουν στη φύση. Αυτή η μορφή στρες μπορεί να επηρεάσει την υγεία, μειώνοντας το ανοσοποιητικό σύστημα και καταστέλλοντας το συναίσθημα.

Ο Mark Levinson υποστηρίζει ότι το ψηφιακό «σκοτώνει» το συναίσθημα στη μουσική, γι’ αυτό και πολλοί λένε ότι ο ψηφιακός ήχος είναι ψυχρός και αναλυτικός, ενώ ο αναλογικός είναι πιο ζεστός και συναισθηματικός. Για να αντιμετωπίσει αυτό το φαινόμενο, η εταιρεία του έχει αναπτύξει έναν αλγόριθμο που γεμίζει τα «κενά» του ψηφιακού ήχου με πληροφορίες μέσω μιας εξειδικευμένης τεχνικής αντήχησης (reverb).

Mark Levinson interview

Με αυτόν τον τρόπο, ο ψηφιακός ήχος γίνεται πιο συνεχής και ο εγκέφαλος τον αντιλαμβάνεται σαν να είναι αναλογικός. Το συμπέρασμα είναι ότι αυτή η ανακάλυψη θα μπορούσε να φέρει επανάσταση στον τρόπο που ακούγεται η μουσική, καθώς κάνει τον ψηφιακό ήχο πιο φυσικό και λιγότερο επιβαρυντικό για τον ανθρώπινο εγκέφαλο.

Η τεχνολογία αυτή έχει εφαρμογή σε όλα τα ψηφιακά φορμά ήχου και μπορεί να βελτιώσει σημαντικά την εμπειρία ακρόασης. Μας είπε για μια νέα τεχνολογία ήχου, την Sea Wave, η οποία βασίζεται σε έναν εξελιγμένο αλγόριθμο αντήχησης. Ο Mark Levinson εμπνεύστηκε αυτήν την ιδέα και τη βελτίωσε με την πάροδο των ετών.

Η Sea Wave επιτρέπει την απόλαυση μουσικής και ταινιών με μεγαλύτερη ακρίβεια και βάθος, μετατρέποντας το YouTube σε μια πολύτιμη βιβλιοθήκη υψηλής ποιότητας ήχου. Κατά την επίδειξη της τεχνολογίας, στην έκθεση της Βαρσοβίας, το κοινό εντυπωσιάστηκε με την ποιότητα του ήχου, ακόμα και από παλιές ηχογραφήσεις.

Ο Mark τονίζει πως η Sea Wave μπορεί να εφαρμοστεί σε streaming, κινητά και άλλες συσκευές, ενώ ήδη συζητείται η αδειοδότηση με μεγάλες εταιρείες τεχνολογίας. Παρά την καινοτομία της, ο Mark επιθυμεί να διατηρήσει μια μικρή, προσωπική εταιρεία που αποδεικνύει την αξία της τεχνολογίας. Η τεχνολογία C Wave είναι ένα εξελιγμένο αλγοριθμικό σύστημα βελτίωσης ήχου, το οποίο απαιτεί κατάλληλη αρχιτεκτονική για να λειτουργήσει σωστά.

Δεν είναι απλώς ένα λογισμικό που μπορεί να κατεβαστεί, αλλά χρειάζεται DSP, μνήμη και ένα ολοκληρωμένο hardware σύστημα. Για αυτόν τον σκοπό, δημιουργήθηκε το τσιπ Mighty Cat που λειτουργεί ως ενισχυτής ήχου και ενσωματώνει το C Wave.

Mark Levinson interview

Το τσιπάκι Mighty Cat αντικαθιστά πολλαπλά παραδοσιακά εξαρτήματα όπως το DAC, τον προενισχυτή και τα καλώδια σύνδεσης, προσφέροντας εξαιρετικά χαμηλή παραμόρφωση και υψηλή απόδοση. Το λογισμικό που περιλαμβάνει επιτρέπει επιπλέον δυνατότητες όπως speaker tuning, κάνοντας τα ηχεία πιο γραμμικά και διαφανή χωρίς επιπλέον κόστος. Η τεχνολογία αυτή δεν περιορίζεται μόνο σε boutique προϊόντα, αλλά μπορεί να αδειοδοτηθεί σε άλλους κατασκευαστές για ευρεία χρήση.

Ενσωματώθηκε ήδη σε συστήματα ήχου υψηλής απόδοσης, όπως οι ενισχυτές Maria της Daniel Hertz, και παρέχει έναν ήχο που προσομοιάζει τη ζωντανή μουσική περισσότερο από οποιοδήποτε άλλο σύστημα. Η συζήτηση επικεντρώθηκε μετά στην ευαισθησία των ηχείων και πώς η βιομηχανία ήχου συχνά παραβλέπει τη σημασία της.

Τα περισσότερα ηχεία έχουν χαμηλή ευαισθησία (82-89 dB), γεγονός που οδηγεί σε απώλεια ενέργειας μέσω θερμότητας αντί για ήχο. Η πρόκληση είναι να επιτευχθεί υψηλή αποδοτικότητα και βαθύ μπάσο χωρίς τεράστια ηχεία και πολύπλοκα συστήματα ενίσχυσης. Μια λύση είναι η χρήση ομοαξονικών οδηγών, όπως της Tannoy, αλλά υπάρχει το πρόβλημα της συχνότητας: το τουίτερ μπορεί να φτάσει έως τα 2 ΚHz, ενώ το γούφερ φτάνουν τόσο ψηλά που δεν μπορεί να αποδώσει καλά στις χαμηλές συχνότητες.

Μέσω ειδικής τεχνολογίας, η εταιρεία Daniel Hertz κατάφερε να δημιουργήσει έναν ομοαξονικό οδηγό με βαθύ μπάσο και γραμμική απόκριση συχνότητας, συνδυάζοντας τα καλύτερα χαρακτηριστικά από διαφορετικούς τύπους ηχείων. Ένα παράδειγμα αυτής της τεχνολογίας είναι το Amber Midnight, ένα ηχείο υψηλής ευαισθησίας (99,5 dB), που προσφέρει εξαιρετική διαφάνεια στις μεσαίες συχνότητες, ομαλή απόκριση στα υψηλά και δυναμικό μπάσο.

lnp-2 mark-levinson

Το Amber Midnight είναι χειροποίητο, κατασκευασμένο στη Βενετία και χρησιμοποιεί ένα 10 ιντσών ομοαξονικό οδηγό με το τουίτερ στο κέντρο για ακριβή απεικόνιση του ήχου. Έχει 118 dB δυναμικό εύρος και μπορεί να παράγει 100 dB SPL με μόλις 3 Watts ισχύος.

Το ηχείο είναι σχεδιασμένο με επαγγελματική τεχνολογία και προδιαγραφές, ενώ η κατασκευή του από Waveglas, ένα υλικό 2,5 φορές πιο πυκνό από το ξύλο, προσφέρει βελτιωμένη απόδοση. Η Daniel Hertz επικεντρώνεται στην ανάπτυξη νέων τεχνολογιών ήχου, συνδυάζοντας επιστήμη και τέχνη, με στόχο την καλύτερη απόδοση σε χαμηλότερο κόστος.

Η συζήτηση στην συνέχεια ήταν γύρω από την εξέλιξη της βιομηχανίας ήχου και την αντίθεση μεταξύ της εμπορευματοποίησης του high-end audio και της πραγματικής αγάπης για τη μουσική. Ο Mark Levinson υποστηρίζει ότι η βιομηχανία ήχου έχει μετατραπεί σε ένα επιχειρηματικό μοντέλο που επικεντρώνεται στο κέρδος, επαναλαμβάνοντας συνεχώς πωλήσεις και αναβαθμίσεις στους ίδιους πελάτες, αντί να προάγει την πολιτιστική αξία της μουσικής.

Η Daniel Hertz δημιουργήθηκε ως εναλλακτική λύση, με στόχο την ανάπτυξη προϊόντων ήχου που μοιάζουν με μουσικά όργανα υψηλής ποιότητας, αντικείμενα που οι άνθρωποι αγαπούν και κρατούν για μια ζωή.

Ο Levinson συγκρίνει την αγορά ενός ηχείου με την αγορά μιας κιθάρας: μπορείς να βρεις φθηνά μοντέλα, αλλά οι πραγματικά εξαιρετικές κιθάρες κατασκευάζονται από τεχνίτες και απαιτούν χρόνο και αφοσίωση. Το ίδιο ισχύει για τα προϊόντα ήχου της Daniel Hertz, που δεν συμβιβάζονται στην ποιότητα και την αποδοτικότητα.

Η εταιρεία επικεντρώνεται στην ανάπτυξη ολοκληρωμένων συστημάτων, όπου ο ενισχυτής και το ηχείο λειτουργούν μαζί για βέλτιστη απόδοση. Αυτό έρχεται σε αντίθεση με το παραδοσιακό μοντέλο της βιομηχανίας ήχου, που προωθεί την αγορά ξεχωριστών συσκευών και την αέναη αναβάθμιση. Ο Levinson πιστεύει ότι η τεχνολογία μπορεί να προσφέρει εξαιρετικό ήχο σε χαμηλό κόστος, όπως συνέβη με την εξέλιξη των φωτογραφικών μηχανών στα smartphone.

Τέλος, η συζήτηση άγγιξε την πολιτιστική σημασία της μουσικής και την επιρροή της ελληνικής κουλτούρας. Ο Levinson αναφέρει ότι ο Miles Davis βασίστηκε στις επτά ελληνικές μουσικές κλίμακες για το άλμπουμ «Kind of Blue», τονίζοντας τη διαχρονική αξία της ελληνικής μουσικής και φιλοσοφίας.

Τέλος, ο Mark Levinson μας ανέφερε τη φιλία του με τον Steve Jobs, ο οποίος αγόρασε το μοναδικό του ηχοσύστημα το 2001 και τον προσκάλεσε να παρουσιάσει την τεχνολογία του στην Apple. Ο Jobs, λάτρης της μουσικής, πίστευε ότι η μουσική είναι παγκόσμια και είχε καθοριστικό ρόλο στη διάσωση της Apple.

Μπορεί επίσης να σας ενδιαφέρουν

Ο ιστότοπος χρησιμοποιεί cookies για να βελτιώσει την εμπειρία χρήσης. Αποδοχή Περισσότερα