hxosplus.gr
H τεχνολογία του πολιτισμού

Bi-wire ή Bi-amp; Όλα όσα πρέπει να γνωρίζετε

Για τον φανατικό λάτρη του ήχου, κάθε μέρα είναι μια μικρή ακουστική περιπέτεια. Από τις ατελείωτες δοκιμές εξοπλισμού μέχρι τις χιλιομετρικές μετακινήσεις ηχείων μέσα στο σαλόνι, κάθε αλλαγή με στόχο τη βελτίωση του ήχου είναι καλοδεχούμενη.

Η πλήρης αξιοποίηση του ήδη υπάρχοντος εξοπλισμού παραμένει μία από τις πιο αποδοτικές και οικονομικές μεθόδους για να βελτιωθεί η ποιότητα του ήχου ενός συστήματος. Ωστόσο, απαιτεί επιμονή και προθυμία να κατανοήσει κανείς βασικές λειτουργίες, τεχνικούς όρους και δυνατότητες σύνδεσης.

Σε αυτό το πλαίσιο, οι τεχνικές διπλοκαλωδίωση (Bi-wire ή δικαλωδίωση) και διπλοενίσχυση (Bi-amp ή διενίσχυση) αποτελούν δύο ιδιαίτερα χρήσιμες στρατηγικές. Αναφέρονται στον τρόπο με τον οποίο συνδέονται τα ηχεία με τον ενισχυτή και μπορούν να φέρουν αξιοσημείωτη ακουστική βελτίωση, εφόσον οι συνδέσεις και ο εξοπλισμός το υποστηρίζουν.

Τυπική σύνδεση
Τυπική σύνδεση

Για να εξακριβώσετε αν ένα ηχείο είναι συμβατό με αυτές τις μεθόδους, ρίξτε μια ματιά στις συνδέσεις στο πίσω μέρος. Αν υπάρχουν μόνο δύο μόνο ακροδέκτες (κόκκινος και μαύρος), τότε δεν είναι δυνατή η εφαρμογή Bi-wire ή Bi-amp.

Αν όμως υπάρχουν δύο ξεχωριστά ζεύγη ακροδεκτών, ένα για τις χαμηλές (μπάσα) και ένα για τις μεσαίες/υψηλές, τότε το ηχείο μπορεί να συνδεθεί με τη μία ή και τις δύο τεχνικές, ανάλογα με τον ενισχυτή και τις προδιαγραφές του συστήματος.

Τι είναι η σύνδεση Bi-wire;

Η διπλοκαλωδίωση (Bi-wire) αποτελεί συχνά αντικείμενο συζήτησης στους κύκλους των χαιφιντελιστών, με απόψεις που κυμαίνονται από ενθουσιώδεις δηλώσεις βελτίωσης του ήχου έως σκεπτικισμό σχετικά με τα πραγματικά της οφέλη. Σύμφωνα με την εμπειρία αρκετών, όταν ένα σύστημα είναι σωστά ρυθμισμένο και η σύνδεση γίνεται μέσω Bi-wire, παρατηρείται μεγαλύτερη καθαρότητα στο ηχητικό πεδίο και πιο ακριβής εστίαση στον τρισδιάστατο χώρο. Όμως, πόση βάση έχει αυτή η παρατήρηση;

Bi-wire
Bi-wire

Σε ένα συμβατικό ηχείο που διαθέτει ένα μόνο ζεύγος ακροδεκτών (θετικό και αρνητικό) το σήμα από τον ενισχυτή οδηγείται απευθείας στο εσωτερικό φίλτρο (crossover), το οποίο αναλαμβάνει να διαχωρίσει τις συχνότητες: χαμηλές προς τη μονάδα μπάσου και υψηλές προς το τουίτερ. Στην περίπτωση αυτή, απαιτείται ένα απλό καλώδιο ηχείου για την σύνδεση.

Αντίθετα, όταν το ηχείο είναι σχεδιασμένο με δυνατότητα Bi-wire, διαθέτει δύο ζεύγη ακροδεκτών, ένα για τις χαμηλές και ένα για τις υψηλές/μεσαίες συχνότητες. Σε αυτή τη διαμόρφωση, χρησιμοποιούνται δύο ξεχωριστά καλώδια ώστε το σήμα να οδεύει πιο ανεξάρτητα στα επιμέρους τμήματα του ηχείου.

Ένα πρακτικό πλεονέκτημα αυτής της τεχνικής είναι η δυνατότητα χρήσης διαφορετικών καλωδίων για κάθε συχνοτικό πεδίο, επιτρέποντας λεπτομερέστερη ρύθμιση του ακουστικού χαρακτήρα, κάτι ιδιαίτερα χρήσιμο όταν χρησιμοποιούνται καλώδια από διαφορετικούς κατασκευαστές. Πέρα όμως από αυτή την ευελιξία, υπάρχει και φυσική εξήγηση που δικαιολογεί την αποδοτικότητα της σύνδεσης Bi-wire.

Το γούφερ ενός ηχείου παρουσιάζει μεγαλύτερη διαδρομή κίνησης σε σχέση με το τουίτερ ή το μιντρέιντζ. Αυτή η έντονη εμπρόσθια και οπίσθια κίνηση παράγει υψηλότερη ηλεκτρομαγνητική δύναμη προς τα πίσω, η οποία μπορεί να επηρεάσει την καθαρότητα των υψηλών συχνοτήτων εάν χρησιμοποιείται το ίδιο καλώδιο για όλα.

Πώς γίνεται μια διπλοκαλωδίωση;

Η διαδικασία διπλοκαλωδίωσης των ηχείων είναι αρκετά απλή, αρκεί να ακολουθηθούν προσεκτικά ορισμένα βήματα. Αρχικά, εντοπίζουμε τις δύο ομάδες ακροδεκτών στο πίσω μέρος του ηχείου,  συνήθως διαχωρισμένες με ένα λαμάκι ή γέφυρα, που πρέπει να αφαιρεθεί ώστε να ενεργοποιηθεί η δυνατότητα Bi-wire.

Έπειτα, συνδέουμε δύο ξεχωριστά καλώδια στους αντίστοιχους θετικούς και αρνητικούς ακροδέκτες των ηχείων και τις άλλες άκρες τους στους ακροδέκτες του ενισχυτή. Ορισμένοι ενισχυτές διευκολύνουν αυτή την εφαρμογή, προσφέροντας δύο ζεύξη εξόδων ηχείων.

Κατά την εγκατάσταση, είναι κρίσιμο να χρησιμοποιούνται καλώδια της ίδιας μάρκας, τύπου και μήκους, για την αποφυγή διαφορών στην αντίσταση ή την χρονοκαθυστέρηση του σήματος. Οι συνδέσεις πρέπει να είναι στιβαρές και σωστά μονωμένες, ειδικά όταν χρησιμοποιούνται γυμνά καλώδια. Η προσοχή στην λεπτομέρεια είναι το κλειδί για τη σωστή λειτουργία μιας διπλοκαλωδίωσης, τόσο σε επίπεδο ασφαλείας όσο και απόδοσης.

Τι είναι η διπλοενίσχυση (Bi-amp);

Η τεχνική της διπλοενίσχυσης αποτελεί το επόμενο βήμα μετά τη διπλοκαλωδίωση και απευθύνεται σε όσους θέλουν να απογειώσουν την απόδοση του ηχοσυστήματός τους. Αν κάποιος κατανοεί τη λογική πίσω από τη διπλοκαλωδίωση, η διπλοενίσχυση είναι απλώς μια πιο τολμηρή εφαρμογή: αντί για ένα ενισχυτή που τροφοδοτεί το σύνολο των μεγαφώνων ενός ηχείου, χρησιμοποιούνται δύο ενισχυτές, ένας για τα γούφερ και ένας για τα τουίτερ ή τα μιντρέιντζ.

Bi-amp
Bi-amp

Αν και η χρήση δύο ενισχυτών ενδέχεται να δημιουργεί την εντύπωση υπερβολικής ισχύος, στην πραγματικότητα η διπλοενίσχυση δεν αφορά τόσο την ένταση όσο τη δυνατότητα του συστήματος να αποδώσει με άνεση και ακρίβεια, ακόμη και σε απαιτητικές μουσικές στιγμές.

Μοιάζει με την εμπειρία οδήγησης ενός αυτοκινήτου υψηλών επιδόσεων: δεν χρειάζεται πάντα να πατάς γκάζι, αλλά όταν το κάνεις, η ανταπόκριση είναι άμεση, ομαλή και άψογα ελεγχόμενη. Έτσι και με τη μουσική: σε χαμηλές δυναμικές λειτουργεί αβίαστα, αλλά στις κορυφώσεις και στα μεταβατικά ξεσπάσματα χρειάζεται διαθέσιμη ισχύ για να αποδώσει σωστά όλο το φάσμα.

Υπάρχει η αντίληψη ότι η υπερβολική ισχύς μπορεί να βλάψει τα ηχεία, όμως πιο επικίνδυνο είναι να χρησιμοποιηθεί ενισχυτής με ανεπαρκή ισχύ για τις ανάγκες των ηχείων.

Όταν ο ενισχυτής εξαντλεί τα όριά του για να φτάσει την επιθυμητή ένταση, ενδέχεται να στείλει παραμορφωμένο (ψαλιδισμένο) σήμα, το οποίο μπορεί να προκαλέσει μόνιμη ζημιά στα ηχεία. Αντίθετα, η διπλοενίσχυση προσφέρει πλεονεκτήματα στη διαχείριση ισχύος, στην καθαρότητα του σήματος και στην ακουστική σταθερότητα.

Πράγματα που πρέπει να λάβετε υπόψη

Η τεχνική της διπλοενίσχυσης δεν είναι μόνο επόμενο βήμα μετά τη διπλοκαλωδίωση, είναι μια περισσότερο απαιτητική αλλά και πολύ πιο αποτελεσματική μέθοδος βελτιστοποίησης του ήχου.

Ωστόσο, η εφαρμογή της απαιτεί ιδιαίτερη προσοχή στα καλώδια και στους ενισχυτές που χρησιμοποιούνται. Όπως και στη διπλοκαλωδίωση, έτσι και εδώ τα καλώδια που συνδέονται στα ηχεία πρέπει να είναι όμοια μεταξύ τους: ίδια μάρκα, τύπος και μήκος.

Και κυρίως, οι δύο ενισχυτές που οδηγούν ξεχωριστά τα τουίτερ και τα γούφερ καλό είναι να είναι του ίδιου μοντέλου ή τουλάχιστον της ίδιας κατασκευάστριας εταιρείας, με κοινές παραμέτρους λειτουργίας.

Ο λόγος πίσω από αυτή την επιλογή είναι απλός αλλά κρίσιμος: σκοπός της διπλοενίσχυσης είναι να βελτιώσει την ποιότητα του ήχου του υπάρχοντος συστήματος, όχι να του αλλάξει την ακουστική ταυτότητα. Αν χρησιμοποιηθούν δύο ενισχυτές με διαφορετική ευαισθησία εισόδου ή διαφορετικό τονικό χαρακτήρα, τότε τα πρίμα μπορεί να ακούγονται πιο έντονα από τα μπάσα ή το αντίστροφο.

Ακόμη, η σύνθετη αντίσταση εξόδου του κάθε ενισχυτή μπορεί να επηρεάσει τη συμπεριφορά του απέναντι στο φορτίο του ηχείου. Για να αποφύγετε τέτοια προβλήματα και να εξασφαλίσετε ασφάλεια και σταθερότητα, είναι προτιμότερο οι δύο ενισχυτές να είναι ταυτόσημοι ή πολύ καλά ταιριασμένοι τεχνικά.

Καλό είναι επίσης να αποφεύγεται η πρόχειρη χρήση παλιών ή τυχαίων ενισχυτών που έχουμε στο σπίτι, η διπλοενίσχυση απαιτεί ακρίβεια. Σήμερα, πολλοί σύγχρονοι ενισχυτές διαθέτουν μενού ρυθμίσεων που επιτρέπουν την ανάθεση τεσσάρων πανομοιότυπων καναλιών σε Bi-Amp λειτουργία, διευκολύνοντας ιδιαίτερα την εγκατάσταση και τη σωστή κατανομή ισχύος.

Δηλαδή;
Αν δούμε το ζήτημα από επενδυτική σκοπιά, η διπλοκαλωδίωση είναι σαφώς πιο εύκολη και λιγότερο δαπανηρή επιλογή, το μόνο που απαιτεί είναι η προμήθεια επιπλέον καλωδίων ηχείων.

Σε περιβάλλοντα home cinema, είναι ιδιαίτερα χρήσιμο να ξεκινήσει κανείς με το κεντρικό ηχείο, το οποίο παίζει καθοριστικό ρόλο στον διάλογο και τη συνολική ηχητική σκηνή. Τα περισσότερα ηχεία αυτής της κατηγορίας υποστηρίζουν διπλοκαλωδίωση, δίνοντας έτσι την ευκαιρία για βελτίωση με ελάχιστη παρέμβαση.

Αν οι συνθήκες και το σύστημα το επιτρέπουν, είναι απολύτως θεμιτό να εξεταστεί και η διπλοενίσχυση. Όμως εδώ μπαίνει ένα πρακτικό δίλημμα: αν διαθέτετε τον ίδιο προϋπολογισμό, τι έχει περισσότερο νόημα; Να επενδύσετε σε έναν ισχυρότερο ενισχυτή που θα οδηγήσει σωστά το σύνολο των ηχείων, ή να επιλέξετε δύο πιο μικρούς, λιγότερο ισχυρούς ενισχυτές ώστε να πραγματοποιηθεί η διπλοενίσχυση;

Σε αυτό το σημείο, η συνολική αποδοτικότητα του συστήματος είναι ο βασικός παράγοντας. Αν το υπάρχον ηχείο δεν αξιοποιεί πλήρως τις δυνατότητες του ενισχυτή, η αναβάθμιση των ηχείων είναι πιο λογική και πιο αποτελεσματική επιλογή. Ένα καλύτερο ηχείο μπορεί να φέρει σημαντικότερη αλλαγή στον ήχο απ’ ό,τι ένας δεύτερος ενισχυτής.

Άρα, η διπλοκαλωδίωση είναι ένας οικονομικός τρόπος να δοκιμάσετε για βελτιώσεις. Η διπλοενίσχυση απαιτεί μεγαλύτερη προσοχή και εξοπλισμό, αλλά μπορεί να αποδώσει καλύτερα σε μεγάλης κλίμακας συστήμαυα. Όπως πάντα, η τελική απόφαση εξαρτάται από την ισορροπία ανάμεσα στον προϋπολογισμό και τις ανάγκες του ακροατή.

Μπορεί επίσης να σας ενδιαφέρουν

Ο ιστότοπος χρησιμοποιεί cookies για να βελτιώσει την εμπειρία χρήσης. Αποδοχή Περισσότερα